Σύνδρομο Lynch / HNPCC
Μέχρι πρόσφατα, δεν υπάρχει θεραπεία για το Σύνδρομο Lynch.
Οι ασθενείς με σύνδρομο Lynch πρέπει να υποβληθούν σε δια βίου διαγνωστικό έλεγχο ανίχνευσης καρκίνου, αρχίζοντας από την ενηλικίωση.
Το Σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική κατάσταση που προκαλεί αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου και καρκίνο σε ορισμένα άλλα όργανα. Το σύνδρομο Lynch εμφανίζεται σε περίπου 1 στα 400 άτομα.
Το σύνδρομο Lynch προκαλείται από μεταλλάξεις (γενετικές αλλαγές) σε γονίδια που είναι υπεύθυνα για τον καθορισμό σφαλμάτων στο DNA («DNA mismatch repair» genes).
Στα άτομα με Σύνδρομο Lynch απαιτείται έλεγχος για καρκίνο, καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους, αρχίζοντας από την ενηλικίωση, αλλά και ιατρική φροντίδα από μία εξειδικευμένη ιατρική ομάδα με γνώσεις στο Σύνδρομο Lynch.
Aυτή η ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει γαστρεντεροντολόγους, χειρουργούς, γυναικολόγους, ουρολόγους, δερματολόγους, πρωτογενής φροντίδας ιατρούς, γενετιστές, γενετικούς συμβούλους, και ογκολόγους.
Άτομα και οικογένειες με Lynch Σύνδρομο μπορεί να ευεργετηθούν πολύ από μία συνάντηση για εγγραφή περιπτώσεων Κληρονομικού ορθοκολικού Καρκίνου.
Παρακάτω θα βρείτε απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλουν συχνά άτομα με Σύνδρομο Lynch και οικογενειακά μέλη τους.
Τι είναι το Σύνδρομο Lynch;
Το Σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική κατάσταση που προκαλεί αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου και καρκίνο σε ορισμένα άλλα όργανα.
Μερικές φορές το σύνδρομο Lynch αναφέρεται επίσης κι ως κληρονομικός μη-πολυποδιακός ορθοκολικός καρκίνος (HNPCC).
Ο HNPCC καθορίζεται ως κληρονομικός, όταν πληρούνται τα «κριτήρια του Amsterdam», τα οποία είναι:
- Τουλάχιστον 3 συγγενείς έχουν ορθοκολικούς ή άλλους καρκίνους που σχετίζονται με το HNPCC, με ένα άτομο να είναι συγγενής πρώτου βαθμού (γονέας, παιδί ή αδελφός) των άλλων δύο.
- Τουλάχιστον 2 γενιές έχουν επηρεαστεί.
- Τουλάχιστον ένα άτομο έλαβε διάγνωση καρκίνου του παχέος εντέρου πριν από την ηλικία των 50 ετών.
- Η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση αποκλείστηκε (Familial adenomatous polyposis)
To HNPCC είναι μία κλινική διάγνωση και επιβεβαιώνεται όταν συντρέχουν τα παραπάνω κριτήρια. Το Σύνδρομο Lynch μπορεί να διαγνωστεί μόνο με ένα γενετικό τέστ και/ή συγκεκριμένα τεστ (περιγράφονται στο παράρτημα ΔΙΑΓΝΩΣΗ) που μπορεί να γίνουν για έναν καρκίνο.
Το Σύνδρομο Lynch προκαλείται από μία μετάλλαξη (γενετική αλλαγή) σε ένα από πολλά διαφορετικά γονίδια. Τα γονίδια που έχουν συνδεθεί με το Σύνδρομο Lynch είναι τα MLH1, MSH2, MSH6, PMS2, και EPCAM.
Αυτά τα γονίδια επηρεάζουν τη διαδρομή του γονιδίου “DNA mismatch repair” το οποίο είναι υπεύθυνο για να επιδιορθώνει βλάβες στο DNA.
Όταν ένα γονίδιο που ονομάζεται “DNA mismatch repair” μεταλλάσεται, η επιδιόρθωση μπορεί να μην γίνει κανονικά και, εάν συμβεί αυτό, η βλάβη του DNA που συμβαίνει φυσιολογικά σε άλλα γονίδια θα παραμείνει μη επιδιορθωμένη.
Εάν συμβεί αρκετή βλάβη του DNA στα κύτταρα, θα προκληθεί καρκίνος.
Το σύνδρομο Lynch και το HNPCC παρουσιάζουν παρεμφερείς κινδύνους ανάπτυξης καρκίνου, και, για λόγους συντομίας, χρησιμοποιείται μόνο ο όρος «Σύνδρομο Lynch» σε αυτή τη σύνοψη.
Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τον καρκίνο που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch;
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του παχέος εντέρου και του ορθού
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: 5,9%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 40-80%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος της μήτρας
- Kίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: 2-3%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 20-60%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος των ωοθηκών
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: 1-2%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-20%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του στομάχου
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-10%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του λεπτού εντέρου
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-2%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του ήπατος και των χοληφόρων οδών
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-2%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος εγκεφάλου / κεντρικού νευρικού συστήματος
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-8%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του νεφρού / της ουροδόχου κύστης / του ουρητήρα
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-12%
Πολλοί από αυτούς τους καρκίνους αναπτύσσονται σε μία σημαντικά νεώτερη ηλικία από ό,τι θα περιμέναμε τυπικά να δούμε σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Για παράδειγμα, ο μέσος όρος ηλικίας της διάγνωσης καρκίνου του παχέος εντέρου στο Σύνδρομο Lynch είναι η ηλικία των 45 ετών, σε σχέση με την ηλικία των 69 στο γενικό πληθυσμό.
Υπάρχουν επίσης και άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε σχετικά με τους καρκίνους του παχέος εντέρου που προκαλούνται από Σύνδρομο Lynch.
Για παράδειγμα, αυτοί οι καρκίνοι είναι πιο συχνοί στη δεξιά πλευρά του παχέος εντέρου και αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο γενικό πληθυσμό (1 – 2 έτη έναντι των 10 ετών στο γενικό πληθυσμό).
Επιπροσθέτως γνωρίζουμε ότι, εάν κάποιος με Σύνδρομο Lynch διαγνωστεί με έναν καρκίνο του παχέος εντέρου, έχει σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης δεύτερου καρκίνου του παχέος εντέρου.
Αυτός ο κίνδυνος είναι περίπου 15% μέσα σε 10 χρόνια μετά την αρχική χειρουργική επέμβαση, 40% εντός 20 ετών και 60% μετά από 30 χρόνια.
Μερικά άτομα με σύνδρομο Lynch θα έχουν μια μορφή της κατάστασης που ονομάζεται σύνδρομο Muir-Torre. Τα άτομα με σύνδρομο Muir-Torre είναι επιρρεπή στην ανάπτυξη των καρκίνων που αναφέρονται παραπάνω, καθώς και σε καλοήθεις δερματικές αναπτύξεις (αδενώματα σμηγματογόνου, κερατοακανθώματα) και σε καρκίνους του δέρματος (σμηγματογόνο καρκίνωμα).
Υπάρχουν άλλοι κίνδυνοι του παχέος εντέρου που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch;
Τα άτομα με σύνδρομο Lynch μπορεί να αναπτύξουν μερικούς ορθοκολικούς πολύποδες, που ονομάζονται αδενώματα, στο παχύ έντερο ή στο ορθό.
Εάν αυτοί οι πολύποδες δεν αφαιρεθούν, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε καρκίνο.
Πώς γίνεται διάγνωση του Συνδρόμου Lynch;
Οι καρκίνοι του παχέος εντέρου και οι καρκίνοι της μήτρας από άτομα με Σύνδρομο Lynch συνήθως θα δείξουν αλλαγές στις περιοχές του DNA που ονομάζονται «Μικροδορυφόροι» («Microsatellites»).
Αυτές οι αλλαγές ονομάζονται «μικροδορυφορική ασταθείς» ή MSI. Οι όγκοι που έχουν μικροδορυφορική αστάθεια ονομάζονται ‘υψηλής MSI’ (MSI-high).
Εκείνοι που δεν έχουν μικροδορυφορική αστάθεια ονομάζονται MSS (μικροδορυφορικά ευσταθείς / microsatellite stable).
Περίπου το 90-95 % των καρκίνων του παχέος εντέρου (και πολλών καρκίνων του ενδομητρίου) από άτομα με Σύνδρομο Lynch είναι τύπου MSI-H, ενώ μόνο περίπου το 10-15 % των καρκίνων του παχέος εντέρου που δεν προκαλούνται από Σύνδρομο Lynch, είναι MSI-H.
Γι΄ αυτό, μία εξέταση MSI μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα διαγνωστικό τεστ για να καθοριστεί εάν μία οικογένεια είναι πιθανό να έχει Σύνδρομο Lynch ή όχι.
Εάν ο όγκος είναι MSS, είναι λιγότερο πιθανό ο καρκίνος στην οικογένεια να είναι εξαιτίας του Συνδρόμου Lynch.
Ωστόσο, δεδομένου ότι περίπου το 5-10 % των όγκων του συνδρόμου Lynch δεν παρουσιάζουν αστάθεια, μια αρνητική δοκιμή MSI-H δεν αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα διάγνωσης του συνδρόμου Lynch.
Υπάρχει ένας δεύτερος τύπος διαγνωστικής εξέτασης για το σύνδρομο Lynch που ονομάζεται ανοσοϊστοχημεία (immunohistochemistry IHC).
Η εξέταση IHC είναι ένα τεστ ελέγχου που γίνεται στον όγκο και η οποία αναζητά την έκφραση γονιδιακών προϊόντων του συνδρόμου Lynch (πρωτεΐνες).
Περίπου το 88% των ατόμων με σύνδρομο Lynch θα έχει ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα IHC. Εάν μία ή περισσότερες από τις πρωτεΐνες λείπουν στον όγκο, αυτό υποδηλώνει ότι υπάρχει μια μετάλλαξη σε αυτό το γονίδιο, το οποίο θα μπορούσε στη συνέχεια να βρεθεί μέσω γενετικών εξετάσεων.
Στην ιδανική περίπτωση, ο έλεγχος MSI και / ή IHC πρέπει να γίνει πριν από την παραγγελία γενετικού ελέγχου.
Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατή η εκτέλεση MSI ή IHC, οπότε σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να γίνει γενετική εξέταση. Προτού παραγγείλετε γενετικές εξετάσεις, συνιστάται γενετική συμβουλευτική.
Ο γενετικός έλεγχος, ο οποίος περιλαμβάνει λήψη αίματος ή λήψη από το βούρτσισμα από το εσωτερικό του στόματος (buccal swab στοματικό επίχρισμα), βοηθά να προσδιοριστεί εάν υπάρχει μια μετάλλαξη ενός γονιδίου MLH1, MSH2, MSH6 , PMS2 ή EPCAM στην οικογένεια.
Εάν η γενετική εξέταση αποκαλύψει μια μετάλλαξη, επιβεβαιώνεται η διάγνωση του συνδρόμου Lynch. Εάν μία γενετική μετάλλαξη βρεθεί, είναι τότε πιθανόν να γίνουν εξετάσεις και σε άλλα μέλη της οικογένειας.
Οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειας που έχει μια μετάλλαξη, θα μπορούσε να έχει επίσης αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνων που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch και θα πρέπει να παρακολουθείται.
Εάν δεν βρεθεί μετάλλαξη, το σύνδρομο Lynch δεν αποκλείεται απαραίτητα. Ένας γενετικός σύμβουλος μπορεί να συζητήσει περαιτέρω τη σημασία των αρνητικών αποτελεσμάτων των γενετικών εξετάσεων και του κινδύνου για καρκίνο.
Πώς κληρονομείται το Σύνδρομο Lynch;
Το σύνδρομο Lynch κληρονομείται με έναν αυτοσωμικό κυρίαρχο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι εάν κληρονομήσετε ένα μεταλλαγμένο ή μη-λειτουργικό αντίγραφο του γονιδίου, θα αναπτύξετε Σύνδρομο Lynch.
Ο καθένας έχει 2 αντίγραφα (1 από την μητέρα σας και 1 από τον πατέρα σας) από το καθένα από τα γονίδια που μπορεί να προκαλέσουν Σύνδρομο Lynch.
Tα άτομα με Σύνδρομο Lynch έχουν μία μετάλλαξη σε ένα αντίγραφο από 1 από τα γονίδια «mismatch repair genes» (MLH1, MSH2, MSH6, PMS2, EPCAM).
Το αντίγραφο του γονιδίου με μετάλλαξη μπορεί να περάσει στις επόμενες γενεές. Η πιθανότητα που υπάρχει σε ένα παιδί κάποιου με Σύνδρομο Lynch να κληρονομήσει το αντίγραφο του γονιδίου με τη μετάλλαξη, είναι 50%.
Τα άτομα που διαγνώστηκαν με σύνδρομο Lynch πρέπει να ενημερώσουν τα μέλη της οικογένειάς τους σχετικά με τη διάγνωση και να τα ενθαρρύνουν να υποβληθούν σε γενετική συμβουλευτική.
Η συμβουλευτική περιλαμβάνει αξιολόγηση του προσωπικού και οικογενειακού ιστορικού τους, καθώς και γενετικές εξετάσεις για τη μετάλλαξη γονιδίων του συνδρόμου Lynch, που εντοπίστηκαν στην οικογένεια.
Θα σας γίνουν συστάσεις πώς να παραμείνει ο ασθενής και η οικογένειά του υγιείς, και πώς να αποτραπεί ο καρκίνος.
Πώς αντιμετωπίζεται το Σύνδρομο Lynch;
Επί του παρόντος, δεν υπάρχει θεραπεία για το σύνδρομο Lynch.
Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβληθούν σε δια βίου ανίχνευση καρκίνου, ξεκινώντας από την ενηλικίωση. Οι εξετάσεις περιλαμβάνουν:
- Η Κολονοσκόπηση συνίσταται κάθε χρόνο για άτομα με Σύνδρομο Lynch, αρχίζοντας από την ηλικία των 20 ετών, με επαναλαμβανόμενη κολονοσκόπηση κάθε 1-2 χρόνια μέχρι την ηλικία των 40 ετών. Μετά την ηλικία των 40 ετών, Κολονοσκοπήσεις πρέπει να γίνονται κάθε χρόνο. Αν βρεθεί καρκίνος, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η αφαίρεση (απομάκρυνση) ολόκληρου του παχέος εντέρου, αλλά θα πρέπει να συνεχίσετε την ετήσια εξέταση για καρκίνο του ορθού. Η προληπτική αφαίρεση του παχέος εντέρου μερικές φορές λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να γίνει κολονοσκόπηση. Η τακτική κολονοσκόπηση (κάθε 1-2 χρόνια) για άτομα με σύνδρομο Lynch, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου πάνω από 50 %.
- Οι γυναίκες που έχουν Σύνδρομο Lynch θα πρέπει να υποβάλλονται σε εξετάσεις για καρκίνο του ενδομητρίου και των ωοθηκών. Αυτές περιλαμβάνουν ετήσιο διαγνωστικό διακολπικό Υπέρηχο και μία εξέταση αίματος CA-125, ξεκινώντας από την ηλικία των 30 ετών. Δυστυχώς, ο έλεγχος για καρκίνο των ωοθηκών δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός. Επομένως, μερικές γυναίκες με σύνδρομο Lynch επιλέγουν να κάνουν μια ολική υστερεκτομή (αφαίρεση της μήτρας) με σαλπιγγοωοθηκεκτομή (απομάκρυνση των σαλπίγγων και των ωοθηκών) για να εξαλείψουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου και να μειώσουν τον κίνδυνο για καρκίνο των ωοθηκών. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μετά την ηλικία των 35 ετών ή μόλις ολοκληρωθεί η τεκνοποίηση, όποια από τις δύο ημερομηνίες είναι μεταγενέστερη.
- Υπάρχουν επίσης πρόσθετες εξετάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη για άνδρες και γυναίκες με Σύνδρομο Lynch: Για ανίχνευση του Καρκίνου του Στομάχου, μία βασική γαστροσκόπηση, Ανώτερη ενδοσκόπηση (EGD) θα πρέπει να γίνει στην ηλικία των 25 ετών, με επακόλουθη εξέταση όχι λιγότερο από κάθε 3 χρόνια. Για Καρκίνο του Δέρματος, μία βασική δερματολογική εξέταση θα πρέπει να γίνεται το διάστημα της διάγνωσης, με μία επανεξέταση κάθε χρόνο. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να κάνουν μία βασική ανάλυση ούρων στην ηλικία των 35, και επαναληπτικά κάθε έτος. Για οικογένειες με ιστορικό καρκίνου των Ουροφόρων οδών (ουροδόχος κύστη, ουρητήρες, κ.λπ.) ή μετάλλαξη στο γονίδιο MSH2, πρέπει να γίνεται ένα υπερηχογράφημα οργάνων του ουροποιητικού συστήματος, το οποίο θα επαναλαμβάνεται κάθε 5 έτη. Τέλος, σε οικογένειες με ιστορικό καρκίνου του λεπτού εντέρου, μία βασική εξέταση, η «Κάψουλα Ενδοσκόπησης» πρέπει να γίνεται στην ηλικία των 30 με μία επανάληψη κάθε 3 έτη.
Σημείωση: Οι συστάσεις βασίζονται σε κλινικά συμπεράσματα, ευρήματα της επιστημονικής Κοινότητας, γνώμες ειδικών και των εγχειριδίων Οδηγιών για παθήσεις που αναλαμβάνει η Ιατρική Ομάδα της Κλινικής Λαπαροσκοπικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Ογκολογίας, στην οποία είναι Αναπλ. Διευθυντής ο Γεν. Χειρουργός κ. Χρήστος Λιάκος.
Μπορεί να προληφθεί το σύνδρομο Lynch;
Το σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική κατάσταση και δεν μπορεί να προληφθεί.
Που μπορώ να αναζητήσω περισσότερες πληροφορίες;
- Γενετικά Τεστ: Gene Tests / Lynch Syndrome
- Lynch Syndrome International
- + Γενικά
Το Σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική κατάσταση που προκαλεί αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου και καρκίνο σε ορισμένα άλλα όργανα. Το σύνδρομο Lynch εμφανίζεται σε περίπου 1 στα 400 άτομα.
Το σύνδρομο Lynch προκαλείται από μεταλλάξεις (γενετικές αλλαγές) σε γονίδια που είναι υπεύθυνα για τον καθορισμό σφαλμάτων στο DNA («DNA mismatch repair» genes).
Στα άτομα με Σύνδρομο Lynch απαιτείται έλεγχος για καρκίνο, καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους, αρχίζοντας από την ενηλικίωση, αλλά και ιατρική φροντίδα από μία εξειδικευμένη ιατρική ομάδα με γνώσεις στο Σύνδρομο Lynch.
Aυτή η ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει γαστρεντεροντολόγους, χειρουργούς, γυναικολόγους, ουρολόγους, δερματολόγους, πρωτογενής φροντίδας ιατρούς, γενετιστές, γενετικούς συμβούλους, και ογκολόγους.
Άτομα και οικογένειες με Lynch Σύνδρομο μπορεί να ευεργετηθούν πολύ από μία συνάντηση για εγγραφή περιπτώσεων Κληρονομικού ορθοκολικού Καρκίνου.
Παρακάτω θα βρείτε απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλουν συχνά άτομα με Σύνδρομο Lynch και οικογενειακά μέλη τους.
Τι είναι το Σύνδρομο Lynch;
Το Σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική κατάσταση που προκαλεί αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του παχέος εντέρου και καρκίνο σε ορισμένα άλλα όργανα.
Μερικές φορές το σύνδρομο Lynch αναφέρεται επίσης κι ως κληρονομικός μη-πολυποδιακός ορθοκολικός καρκίνος (HNPCC).
Ο HNPCC καθορίζεται ως κληρονομικός, όταν πληρούνται τα «κριτήρια του Amsterdam», τα οποία είναι:
- Τουλάχιστον 3 συγγενείς έχουν ορθοκολικούς ή άλλους καρκίνους που σχετίζονται με το HNPCC, με ένα άτομο να είναι συγγενής πρώτου βαθμού (γονέας, παιδί ή αδελφός) των άλλων δύο.
- Τουλάχιστον 2 γενιές έχουν επηρεαστεί.
- Τουλάχιστον ένα άτομο έλαβε διάγνωση καρκίνου του παχέος εντέρου πριν από την ηλικία των 50 ετών.
- Η οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση αποκλείστηκε (Familial adenomatous polyposis)
To HNPCC είναι μία κλινική διάγνωση και επιβεβαιώνεται όταν συντρέχουν τα παραπάνω κριτήρια. Το Σύνδρομο Lynch μπορεί να διαγνωστεί μόνο με ένα γενετικό τέστ και/ή συγκεκριμένα τεστ (περιγράφονται στο παράρτημα ΔΙΑΓΝΩΣΗ) που μπορεί να γίνουν για έναν καρκίνο.
Το Σύνδρομο Lynch προκαλείται από μία μετάλλαξη (γενετική αλλαγή) σε ένα από πολλά διαφορετικά γονίδια. Τα γονίδια που έχουν συνδεθεί με το Σύνδρομο Lynch είναι τα MLH1, MSH2, MSH6, PMS2, και EPCAM.
Αυτά τα γονίδια επηρεάζουν τη διαδρομή του γονιδίου “DNA mismatch repair” το οποίο είναι υπεύθυνο για να επιδιορθώνει βλάβες στο DNA.
Όταν ένα γονίδιο που ονομάζεται “DNA mismatch repair” μεταλλάσεται, η επιδιόρθωση μπορεί να μην γίνει κανονικά και, εάν συμβεί αυτό, η βλάβη του DNA που συμβαίνει φυσιολογικά σε άλλα γονίδια θα παραμείνει μη επιδιορθωμένη.
Εάν συμβεί αρκετή βλάβη του DNA στα κύτταρα, θα προκληθεί καρκίνος.
Το σύνδρομο Lynch και το HNPCC παρουσιάζουν παρεμφερείς κινδύνους ανάπτυξης καρκίνου, και, για λόγους συντομίας, χρησιμοποιείται μόνο ο όρος «Σύνδρομο Lynch» σε αυτή τη σύνοψη.
Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τον καρκίνο που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch;
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του παχέος εντέρου και του ορθού
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: 5,9%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 40-80%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος της μήτρας
- Kίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: 2-3%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 20-60%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος των ωοθηκών
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: 1-2%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-20%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του στομάχου
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-10%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του λεπτού εντέρου
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-2%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του ήπατος και των χοληφόρων οδών
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-2%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος εγκεφάλου / κεντρικού νευρικού συστήματος
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-8%
Τύπος καρκίνου: Καρκίνος του νεφρού / της ουροδόχου κύστης / του ουρητήρα
- Κίνδυνος στο Γενικό Πληθυσμό: < 1%
- Σύνδρομο Lynch, Κίνδυνος: 1-12%
Πολλοί από αυτούς τους καρκίνους αναπτύσσονται σε μία σημαντικά νεώτερη ηλικία από ό,τι θα περιμέναμε τυπικά να δούμε σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Για παράδειγμα, ο μέσος όρος ηλικίας της διάγνωσης καρκίνου του παχέος εντέρου στο Σύνδρομο Lynch είναι η ηλικία των 45 ετών, σε σχέση με την ηλικία των 69 στο γενικό πληθυσμό.
Υπάρχουν επίσης και άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε σχετικά με τους καρκίνους του παχέος εντέρου που προκαλούνται από Σύνδρομο Lynch.
Για παράδειγμα, αυτοί οι καρκίνοι είναι πιο συχνοί στη δεξιά πλευρά του παχέος εντέρου και αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο γενικό πληθυσμό (1 – 2 έτη έναντι των 10 ετών στο γενικό πληθυσμό).
Επιπροσθέτως γνωρίζουμε ότι, εάν κάποιος με Σύνδρομο Lynch διαγνωστεί με έναν καρκίνο του παχέος εντέρου, έχει σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης δεύτερου καρκίνου του παχέος εντέρου.
Αυτός ο κίνδυνος είναι περίπου 15% μέσα σε 10 χρόνια μετά την αρχική χειρουργική επέμβαση, 40% εντός 20 ετών και 60% μετά από 30 χρόνια.
Μερικά άτομα με σύνδρομο Lynch θα έχουν μια μορφή της κατάστασης που ονομάζεται σύνδρομο Muir-Torre. Τα άτομα με σύνδρομο Muir-Torre είναι επιρρεπή στην ανάπτυξη των καρκίνων που αναφέρονται παραπάνω, καθώς και σε καλοήθεις δερματικές αναπτύξεις (αδενώματα σμηγματογόνου, κερατοακανθώματα) και σε καρκίνους του δέρματος (σμηγματογόνο καρκίνωμα).
Υπάρχουν άλλοι κίνδυνοι του παχέος εντέρου που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch;
Τα άτομα με σύνδρομο Lynch μπορεί να αναπτύξουν μερικούς ορθοκολικούς πολύποδες, που ονομάζονται αδενώματα, στο παχύ έντερο ή στο ορθό.
Εάν αυτοί οι πολύποδες δεν αφαιρεθούν, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε καρκίνο.
- + Διάγνωση
Πώς γίνεται διάγνωση του Συνδρόμου Lynch;
Οι καρκίνοι του παχέος εντέρου και οι καρκίνοι της μήτρας από άτομα με Σύνδρομο Lynch συνήθως θα δείξουν αλλαγές στις περιοχές του DNA που ονομάζονται «Μικροδορυφόροι» («Microsatellites»).
Αυτές οι αλλαγές ονομάζονται «μικροδορυφορική ασταθείς» ή MSI. Οι όγκοι που έχουν μικροδορυφορική αστάθεια ονομάζονται ‘υψηλής MSI’ (MSI-high).
Εκείνοι που δεν έχουν μικροδορυφορική αστάθεια ονομάζονται MSS (μικροδορυφορικά ευσταθείς / microsatellite stable).
Περίπου το 90-95 % των καρκίνων του παχέος εντέρου (και πολλών καρκίνων του ενδομητρίου) από άτομα με Σύνδρομο Lynch είναι τύπου MSI-H, ενώ μόνο περίπου το 10-15 % των καρκίνων του παχέος εντέρου που δεν προκαλούνται από Σύνδρομο Lynch, είναι MSI-H.
Γι΄ αυτό, μία εξέταση MSI μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα διαγνωστικό τεστ για να καθοριστεί εάν μία οικογένεια είναι πιθανό να έχει Σύνδρομο Lynch ή όχι.
Εάν ο όγκος είναι MSS, είναι λιγότερο πιθανό ο καρκίνος στην οικογένεια να είναι εξαιτίας του Συνδρόμου Lynch.
Ωστόσο, δεδομένου ότι περίπου το 5-10 % των όγκων του συνδρόμου Lynch δεν παρουσιάζουν αστάθεια, μια αρνητική δοκιμή MSI-H δεν αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα διάγνωσης του συνδρόμου Lynch.
Υπάρχει ένας δεύτερος τύπος διαγνωστικής εξέτασης για το σύνδρομο Lynch που ονομάζεται ανοσοϊστοχημεία (immunohistochemistry IHC).
Η εξέταση IHC είναι ένα τεστ ελέγχου που γίνεται στον όγκο και η οποία αναζητά την έκφραση γονιδιακών προϊόντων του συνδρόμου Lynch (πρωτεΐνες).
Περίπου το 88% των ατόμων με σύνδρομο Lynch θα έχει ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα IHC. Εάν μία ή περισσότερες από τις πρωτεΐνες λείπουν στον όγκο, αυτό υποδηλώνει ότι υπάρχει μια μετάλλαξη σε αυτό το γονίδιο, το οποίο θα μπορούσε στη συνέχεια να βρεθεί μέσω γενετικών εξετάσεων.
Στην ιδανική περίπτωση, ο έλεγχος MSI και / ή IHC πρέπει να γίνει πριν από την παραγγελία γενετικού ελέγχου.
Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατή η εκτέλεση MSI ή IHC, οπότε σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να γίνει γενετική εξέταση. Προτού παραγγείλετε γενετικές εξετάσεις, συνιστάται γενετική συμβουλευτική.
Ο γενετικός έλεγχος, ο οποίος περιλαμβάνει λήψη αίματος ή λήψη από το βούρτσισμα από το εσωτερικό του στόματος (buccal swab στοματικό επίχρισμα), βοηθά να προσδιοριστεί εάν υπάρχει μια μετάλλαξη ενός γονιδίου MLH1, MSH2, MSH6 , PMS2 ή EPCAM στην οικογένεια.
Εάν η γενετική εξέταση αποκαλύψει μια μετάλλαξη, επιβεβαιώνεται η διάγνωση του συνδρόμου Lynch. Εάν μία γενετική μετάλλαξη βρεθεί, είναι τότε πιθανόν να γίνουν εξετάσεις και σε άλλα μέλη της οικογένειας.
Οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειας που έχει μια μετάλλαξη, θα μπορούσε να έχει επίσης αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνων που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch και θα πρέπει να παρακολουθείται.
Εάν δεν βρεθεί μετάλλαξη, το σύνδρομο Lynch δεν αποκλείεται απαραίτητα. Ένας γενετικός σύμβουλος μπορεί να συζητήσει περαιτέρω τη σημασία των αρνητικών αποτελεσμάτων των γενετικών εξετάσεων και του κινδύνου για καρκίνο.
Πώς κληρονομείται το Σύνδρομο Lynch;
Το σύνδρομο Lynch κληρονομείται με έναν αυτοσωμικό κυρίαρχο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι εάν κληρονομήσετε ένα μεταλλαγμένο ή μη-λειτουργικό αντίγραφο του γονιδίου, θα αναπτύξετε Σύνδρομο Lynch.
Ο καθένας έχει 2 αντίγραφα (1 από την μητέρα σας και 1 από τον πατέρα σας) από το καθένα από τα γονίδια που μπορεί να προκαλέσουν Σύνδρομο Lynch.
Tα άτομα με Σύνδρομο Lynch έχουν μία μετάλλαξη σε ένα αντίγραφο από 1 από τα γονίδια «mismatch repair genes» (MLH1, MSH2, MSH6, PMS2, EPCAM).
Το αντίγραφο του γονιδίου με μετάλλαξη μπορεί να περάσει στις επόμενες γενεές. Η πιθανότητα που υπάρχει σε ένα παιδί κάποιου με Σύνδρομο Lynch να κληρονομήσει το αντίγραφο του γονιδίου με τη μετάλλαξη, είναι 50%.
Τα άτομα που διαγνώστηκαν με σύνδρομο Lynch πρέπει να ενημερώσουν τα μέλη της οικογένειάς τους σχετικά με τη διάγνωση και να τα ενθαρρύνουν να υποβληθούν σε γενετική συμβουλευτική.
Η συμβουλευτική περιλαμβάνει αξιολόγηση του προσωπικού και οικογενειακού ιστορικού τους, καθώς και γενετικές εξετάσεις για τη μετάλλαξη γονιδίων του συνδρόμου Lynch, που εντοπίστηκαν στην οικογένεια.
Θα σας γίνουν συστάσεις πώς να παραμείνει ο ασθενής και η οικογένειά του υγιείς, και πώς να αποτραπεί ο καρκίνος.
- + Διαχείριση & Θεραπεία
Πώς αντιμετωπίζεται το Σύνδρομο Lynch;
Επί του παρόντος, δεν υπάρχει θεραπεία για το σύνδρομο Lynch.
Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβληθούν σε δια βίου ανίχνευση καρκίνου, ξεκινώντας από την ενηλικίωση. Οι εξετάσεις περιλαμβάνουν:
- Η Κολονοσκόπηση συνίσταται κάθε χρόνο για άτομα με Σύνδρομο Lynch, αρχίζοντας από την ηλικία των 20 ετών, με επαναλαμβανόμενη κολονοσκόπηση κάθε 1-2 χρόνια μέχρι την ηλικία των 40 ετών. Μετά την ηλικία των 40 ετών, Κολονοσκοπήσεις πρέπει να γίνονται κάθε χρόνο. Αν βρεθεί καρκίνος, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η αφαίρεση (απομάκρυνση) ολόκληρου του παχέος εντέρου, αλλά θα πρέπει να συνεχίσετε την ετήσια εξέταση για καρκίνο του ορθού. Η προληπτική αφαίρεση του παχέος εντέρου μερικές φορές λαμβάνεται υπόψη σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να γίνει κολονοσκόπηση. Η τακτική κολονοσκόπηση (κάθε 1-2 χρόνια) για άτομα με σύνδρομο Lynch, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου πάνω από 50 %.
- Οι γυναίκες που έχουν Σύνδρομο Lynch θα πρέπει να υποβάλλονται σε εξετάσεις για καρκίνο του ενδομητρίου και των ωοθηκών. Αυτές περιλαμβάνουν ετήσιο διαγνωστικό διακολπικό Υπέρηχο και μία εξέταση αίματος CA-125, ξεκινώντας από την ηλικία των 30 ετών. Δυστυχώς, ο έλεγχος για καρκίνο των ωοθηκών δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός. Επομένως, μερικές γυναίκες με σύνδρομο Lynch επιλέγουν να κάνουν μια ολική υστερεκτομή (αφαίρεση της μήτρας) με σαλπιγγοωοθηκεκτομή (απομάκρυνση των σαλπίγγων και των ωοθηκών) για να εξαλείψουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου και να μειώσουν τον κίνδυνο για καρκίνο των ωοθηκών. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μετά την ηλικία των 35 ετών ή μόλις ολοκληρωθεί η τεκνοποίηση, όποια από τις δύο ημερομηνίες είναι μεταγενέστερη.
- Υπάρχουν επίσης πρόσθετες εξετάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη για άνδρες και γυναίκες με Σύνδρομο Lynch: Για ανίχνευση του Καρκίνου του Στομάχου, μία βασική γαστροσκόπηση, Ανώτερη ενδοσκόπηση (EGD) θα πρέπει να γίνει στην ηλικία των 25 ετών, με επακόλουθη εξέταση όχι λιγότερο από κάθε 3 χρόνια. Για Καρκίνο του Δέρματος, μία βασική δερματολογική εξέταση θα πρέπει να γίνεται το διάστημα της διάγνωσης, με μία επανεξέταση κάθε χρόνο. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να κάνουν μία βασική ανάλυση ούρων στην ηλικία των 35, και επαναληπτικά κάθε έτος. Για οικογένειες με ιστορικό καρκίνου των Ουροφόρων οδών (ουροδόχος κύστη, ουρητήρες, κ.λπ.) ή μετάλλαξη στο γονίδιο MSH2, πρέπει να γίνεται ένα υπερηχογράφημα οργάνων του ουροποιητικού συστήματος, το οποίο θα επαναλαμβάνεται κάθε 5 έτη. Τέλος, σε οικογένειες με ιστορικό καρκίνου του λεπτού εντέρου, μία βασική εξέταση, η «Κάψουλα Ενδοσκόπησης» πρέπει να γίνεται στην ηλικία των 30 με μία επανάληψη κάθε 3 έτη.
Σημείωση: Οι συστάσεις βασίζονται σε κλινικά συμπεράσματα, ευρήματα της επιστημονικής Κοινότητας, γνώμες ειδικών και των εγχειριδίων Οδηγιών για παθήσεις που αναλαμβάνει η Ιατρική Ομάδα της Κλινικής Λαπαροσκοπικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Ογκολογίας, στην οποία είναι Αναπλ. Διευθυντής ο Γεν. Χειρουργός κ. Χρήστος Λιάκος.
- + Επεμβάσεις
- + Πρόληψη
Μπορεί να προληφθεί το σύνδρομο Lynch;
Το σύνδρομο Lynch είναι μια κληρονομική κατάσταση και δεν μπορεί να προληφθεί.
- + Ιατρικές Συμβουλές
Που μπορώ να αναζητήσω περισσότερες πληροφορίες;
- Γενετικά Τεστ: Gene Tests / Lynch Syndrome
- Lynch Syndrome International
- + Ιατρική Υποστήριξη


